Τι είναι τούτα τα συναισθήματα που βαραίνουν την ψυχή μου; Βαραίνουν και το κορμί μου. Σαν να έχω ένα βάρος  μέσα μου και δεν μπορώ να σηκωθώ, σαν να τυλίγονται αλυσίδες χοντρές γύρω από τα πόδια μου και βήμα δεν κουνάνε. Υπάρχει ζυγαριά να τα ζυγίσει να μου  πει πως η μελαγχολία έχει βάρος συγκεκριμένο, η θλίψη είναι πιο βαριά, η απογοήτευση θα είναι ίσα με ένα καράβι φορτωμένο κι η απελπισία ζυγίζει όσο ένα βουνό; Τι είναι τούτα τα συναισθήματα που ξαφνικά γεννιούνται μέσα μου; Γεννήθηκαν τώρα ή βρίσκονταν εκεί στην γέννηση μου; Θέλω να ξέρω αν έχω γενέθλια την ίδια μέρα με τον πόνο που κατοικεί μέσα μου. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που γνώρισα τον φόβο, την πρώτη φορά που ένιωσα θυμό, την πρώτη φορά που με αγκάλιασε η αμφιβολία. Κανείς δεν θυμάται. Ανάμεσα στα δώρα των θεών, φαίνεται πως μας δόθηκαν και αυτά τα συναισθήματα. Όσο σκίζουμε τα περιτυλίγματα και ανοίγουμε μέσα μας εκείνα τα κουτιά που μοιάζουν δώρα, τα συναντάμε. Άραγε γεννήθηκαν μαζί μου; Γεννήθηκαν μαζί με τον πρώτο άνθρωπο; Άραγε θα πεθάνουν μαζί με τον  τελευταίο άνθρωπο;

Πόσα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα και ωρίμασα, έγινα προσεχτικός, ίσως λιγάκι βαρετός ως προς τον εαυτό μου, κάπως προβλέψιμος, με ξέρω λέω πια. Κι όμως, εμείς οι μεγάλοι ξέρουμε, δεν είμαστε μεγάλοι, είμαστε τα ίδια παιδιά που πάντα είμασταν, εγκλωβισμένοι σε σώματα που γερνάνε. Νιώθω πως δεν έφυγα ποτέ από την φωλιά μου, ποτέ δεν θα φύγω. Την χτίζω κάθε μέρα όλο και καλύτερα, πιο μεγάλη, πιο άνετη, πιο σταθερή, να την βλέπω τάχα και να καμαρώνω για το κατόρθωμα μου. Βάζω στα χτισίματα τα καλύτερα υλικά, βάζω σιγουριά πολύ και εμπειρία, βάζω συντηρητισμό και καθώς πρέπει ήθος, γνώσεις, παραδοχές και αξιώματα… Και καλά κάνω. Για το μόνο που κατηγορώ τον εαυτό μου είναι πως, άσε τι δείχνουμε στους άλλους, φτιάχνω μια ζωή ετούτη την φωλιά τόσο όμορφη γιατί φοβάμαι να βγω από δαύτη. Φοβάμαι να πετάξω. Μισώ τη φωλιά μου, όσο ακριβώς κατάφερα να την αγαπήσω.

Κι ο φόβος… Πανάθεμα τονε τον φόβο! Να ήταν τέρας κι εγώ να ντυνόμουν Ηρακλής, να τον εξοντώσω να γλιτώσει η ανθρωπότητα. Ο φόβος κάνει την ρημάδα την φωλιά μου φυλακή. Δεν είναι πια όμορφη η ζωή, άνετη, σίγουρη.  Δυο τάλιρα παραπάνω στο κύπελλο της ζητιανιάς μας δεν την κάνουν πια αρκετή… «Εμένα δεν με ξεγελάς» μου λέει, «Πέτα! Κι αν σου αρέσει όπως λες τόσο η φωλιά σου, ξαναγύρνα»! Δεν θα είναι ποτέ ίδια η φωλιά μου, τα κάγκελα που της έβαλα για ασφάλεια πλέον θυμίζουν φυλακή. Τι κακόγουστο αστείο… Έχτισα την ίδια μου την φυλακή. Τι τραγικότητα να γράψεις ποίημα θλιβερό! Την έχτισα με τα χέρια μου και με τις σκέψεις μου, κι έδωσα τα κλειδιά σε έναν εαυτό σκληρό κριτή που με γεμίζει ενοχές. Με δείχνει με το δάχτυλο, με πλησιάζει κατά πρόσωπο και μου ψιθυρίζει «Δε μπορείς! Με ακούς; Μην τολμήσεις, δεν μπορείς»… Κι ο φόβος… Αυτός ο φόβος πάλι! Βαρύ συναίσθημα, ενοχλητικό, με τραβάει προς τα κάτω. «Τι με τραβάς κάτω να σωριαστώ» του φωνάζω, «παραδέχομαι, να πετάξω θέλω, βοήθεια»! Γελάει ο φόβος, μου θυμίζει πως κανένα πουλί που μαθαίνει να πετά δεν αφήνει την φωλιά του να πετάξει ευθεία πάνω, να χημίξει κατά πάνω στον ουρανό. Όλα πηδάνε στο κενό και αγκομαχούν να μη συντριβούν στο έδαφος. Κι όμως κοιτάνε ουρανό, μην κοιτάς κάτω. Κουνάνε όπως μπορούνε τα φτερά τους, ακανόνιστα, ακαθόριστα, πιο λίγο τέχνη και πιο πολύ ψυχή. Θα τα καταφέρω; Θα με κρατήσουν τα φτερά μου; «Μη ρωτάς» μου λέει ο φόβος «πήδα»!

«Εγώ» μου λέει ο φόβος, «Εγώ μονάχος μου και μόνο εγώ μπορώ να σε κάνω πολεμιστή γενναίο».

Σε κάνει η θλίψη να νομίζεις πως πέφτεις στο κενό, πως στροβιλίζεσαι σε μια άβυσσο κατασκότεινη και πέφτεις, πέφτεις… Τώρα λες θα βρω πάτο και το μόνο που θα αφήσω πίσω μου θα είναι ένα σύννεφο σκόνης. Μέχρι να κατακάτσει η σκόνη κανείς δεν θα με θυμάται, τίποτα δεν θα μαρτυρά το πέρασμα μου. Όμως, τι πράγμα μυστήριο… Μετά ανοίγουν τους ουρανούς οι θεοί, μετά σώνεσαι, ούτε που θυμάσαι πως σώθηκες τις περισσότερες φορές. Κάπου ξεχάστηκες, κάπως ξύπνησες διαφορετικός μετά από κάποιον ύπνο. Γύρισε ο νους σου να κοιτάξει κάτι άλλο, ίσως κάτι άσχετο και αδιάφορο, και χωρίς να το καταλάβεις καταπιάστηκες από εκεί και άρχισες πάλι να ανεβαίνεις. Τι πράγμα –  θαύμα είναι αυτό, να κουνάμε τα φτερά μας και να μην σωριαζόμαστε, να ανεβαίνουμε, να γεννάμε την ευτυχία μέσα μας, την ανακούφιση, την αγάπη. Ποια είναι αυτή η δύναμη που βρίσκουμε, στυλώνουμε τα πόδια μας στο χώμα και εμείς τόσο δα μικροί άνθρωποι, σπρώχνουμε ολόκληρο πλανήτη προς τα κάτω, μαζεύουμε και τεντώνουμε τους μύες μας και κάνουμε το άλμα! Για μια στιγμή κερδίζουμε! Εξευτελίζουμε όλα αυτά τα συναισθήματα τα πικρά, τα φτύνουμε στο στόμα ζάχαρη, νικάμε την βαρύτητα και απομακρυνόμαστε ένα μέτρο από τη γη. Ποια δύναμη έβαλε μέσα μου τον σπόρο εκείνο τον τρελό που τον βαφτίζω ελπίδα; Τι είναι αυτός ο σπόρος που στα νερά της λογικής σαπίζει και στην αναβροχιά γίνεται θεριό κι ανθίζει;

Πέφτω και σηκώνομαι. Περπατώ. Τρέχω, πετάω. Όσο κρατήσει. Μετά πέφτω, ξαναπέφτω. Θα σηκωθώ πάλι, θα συρθώ με τις πληγές μου, θα κουτσοπερπατήσω, θα γιάνω. Θα τρέξω, μια μέρα ίσως πετάξω πάλι.  Θα πετάξω! Θα πετάξω σου λέω, μην με λυπάσαι, μην ανησυχείς!  Ποιος ξέρει; Μπορεί ακόμα και πιο ψηλά να φτάσω. Ξέρω, πάλι μετά θα πέσω. Έγινε αυτή η κάθοδος συνήθεια, δεν είναι πλέον βάσανο. Είναι ταξίδι κι αυτή, έχει την αναγκαιότητα της, την χρησιμότητα της, η ουρά μιας ακατανόητης  πληρότητας. Αισθάνομαι σαν το ελατήριο, σαν πολύ απλώθηκα, σαν για πολύ καιρό. Η αόρατη δύναμη με τραβάει πάλι πίσω, μαζεύομαι. Ίσως δεν έχει άλλο λόγο αυτό το μάζεμα παρά την επόμενη εκτίναξη μου, ίσως δεν έχει λόγο άλλον αυτή η εκτίναξη παρά την επόμενη συστολή.

 Τα λόγια μου, μου θυμίζουν λόγια άλλων, πιο μεγάλων. Κι είναι πολλοί, δεν είναι ένας. Άραγε πόσοι άνθρωποι έζησαν πριν από εμένα και όλοι ένιωσαν τα ίδια συναισθήματα; Όλοι μας πέσαμε τόσο χαμηλά φορές αναρίθμητες, πολύ περισσότερες από αυτές που καταφέραμε να πετάξουμε. Πολλαπλασίασε τις με τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων, είναι θαύμα που επιβιώνει ο άνθρωπος και δεν χάνει τα λογικά του. Όλοι μαζί ένα κουβάρι ψυχές κουτρουβαλάμε στον κατήφορο με αυτοθυσία. Δεν πειράζει λέμε, υπάρχει μεταθάνατο ζωή, παράδεισος να μας δικαιώσει εμάς τους τιποτένιους ήρωες της κάθε ημέρας. Ένας να σωθεί φτάνει! Ένας! Γιατί αυτός ο ένας, είναι ο ομηρικός Οδυσσέας, είναι ο κάθε ένας. Ένας να πετάξει, πέταξε η ανθρωπότητα, σωθήκαμε αδερφέ μου, εαυτέ μου.

#φόβος #θλίψη #χαρά #ελπίδα #ευτυχία #άνθρωπος #φτερά #ουρανός #kulturosupa #MacoGrello

 

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΤΑΝ ΟΙ ΘΕΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΟΥΝ;

Κυκλοφόρησε το ανατρεπτικό βιβλίο του Maco Grello – Των Θεών Η Επανάσταση-

-Βρείτε το στο επίσημο site του συγγραφέα 

www.macogrello.com

ή αναζητήστε το στα μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία της χώρας.

-Βρείτε τον Maco Grello στο facebook και κάντε like για να μείνετε συντονισμένοι!

https://www.facebook.com/MacoGrello/