Προβληματίζεσαι μερικές φορές λίγο περισσότερο. Τα βάζεις κάτω τα προβλήματα, τα ξαναβάζεις και λύση δεν βρίσκεις. Μετράς τα λίγα τα κουκιά, μετράς ξανά, μα όσες φορές και να μετρήσεις δεν αλλάζουν οι αριθμοί, δεν αβγατίζουν οι κύκλοι κι οι γραμμές. Ανάθεμα τα μαθηματικά, λίγο ανθρωπιά δεν έχουν! Λες, τον άλλο μήνα υπολόγισε, μα είναι κι ο άλλος μήνας ίδιος κι ο άλλος παραΐδιος. Δεν έχει λύση η ζωή καμιά φορά που να την βρεις μέσα στο κεφάλι σου, μόνο σου την φέρνει η ίδια η ζωή αν έχεις υπομονή κι αν έχεις εμπιστοσύνη. «Έχει ο Θεός» που λέγανε οι γέροι. Τους κοροϊδεύαμε πως ο Θεός έχει, εμείς δεν έχουμε… Μα αφού όλα τα καλοσκέφτηκες  και το μόνο που κατάφερες ήταν να χάσεις με τον ήλιο το χαμόγελο σου και τον ύπνο σου με το φεγγάρι, δεν έχεις παρά να βρεις παρηγοριά σε εκείνα τα λόγια των γέρων που όταν ήσουν παιδί σου δίνανε μια συμβουλή και μια αγκαλιά. «Καλός άνθρωπος να γίνεις, καλός άνθρωπος». Τόσο απλά που το μυαλό δεν καταλαβαίνει, θέλει πολύπλοκες εξισώσεις για να ενθουσιαστεί και να γίνει καταδεκτικό. Μια τέτοια συμβουλή, μόνο αν πιάσεις κάμποσες φορές  τον εαυτό σου να έδωσε παραπάνω από αυτό που μπορούσε να δώσει, τότε θα την καταλάβεις. Δεν έχει άλλο τρόπο η χαρά παρά να βρίσκεις την αγάπη σε όποιον δρόμο σου έτυχε ή σε όποιον δρόμο διάλεξες. Η αγάπη που καταφέρνεις να δίνεις εσύ, κόντρα στους δύσκολους καιρούς, αυτή είναι η πληρωμή. Δεν έχει άλλο μέρος η αγάπη να κρυφτεί παρά μέσα στους ανθρώπους, τη μάνα, τον πατέρα, τα αδέρφια. Κι αν είσαι από σόι αγαπημένο, αν γνώρισες παππού, γιαγιά, τους θείους, τις θείες και ξαδέρφια μια ντουζίνα, πιο μεγάλη τύχη δεν έχει η ζωή.

Συζητώ καμιά φορά με τους καλούς μου φίλους (αυτοί κι αν είναι καλή τύχη) και τους περιγράφω τον παππού και τη γιαγιά που στα παιδικά μου μάτια ήταν οι πιο άξιοι άνθρωποι στον κόσμο. Κι είναι και γι αυτούς οι δικοί τους παππούδες και γιαγιάδες, οι πιο καλοί από όλους. Πιάνουμε πάλι σαν τα παιδιά να λέμε, εμένα ο παππούς μου είχε κάνει αυτό, κι ο άλλος να λέει «που να ακούσετε για τον δικό μου τον παππού». Θυμόμαστε και γινόμαστε πάλι δέκα χρονών, είναι σαν να τους ζούμε πάλι εδώ μπροστά μας, να μας χαϊδεύουν και να μας ορμηνεύουν. Τρέχουμε με τα παιδικά μας πόδια πάλι στο χωριό, στην κατηφόρα που ήταν χτισμένο το σπιτάκι της γιαγιάς. Δυο τρία δωμάτια που ξερνούσαν σοβάδες πίσω από τις ταπετσαρίες, μια πόρτα μονίμως ανοιχτή που οι μέλισσες την κάνανε φωλιά, ένα τηλέφωνο που μέχρι να το σηκώσει η γιαγιά περνούσαν ολόκληρα λεπτά κι έπρεπε να ξαναπάρεις. Το άρωμα από τα γεράνια που ακόμα μπορεί τόσο εύκολα να με ταξιδεύει πάλι πίσω. Μπροστά στα σπίτια τα δικά μας, με τις ανέσεις, με την τεχνολογία, την ζέστη, την δροσιά, θα έπρεπε να το είχαμε σβήσει από τη μνήμη μας και να ευχόμαστε άνθρωπος να μην μείνει ποτέ σε τέτοιο σπίτι φτωχικό. Κι όμως εκείνο το σπίτι χωρούσε τις πιο ζεστές αγκαλιές, τις καλημέρες που ήταν ευχές και όχι μόνο λέξεις, χωρούσε την απλότητα, την γενναιοδωρία, το φιλότιμο… Ότι δώρο μπορεί να ζητήσει ο άνθρωπος από το Θεό, να του βάλει στην καρδιά τη ώρα που γεννιέται, βρισκόταν σε εκείνο το σπίτι της γιαγιάς.

Δεν σβήνουν οι στιγμές που έχει το κάθε παιδί, γιατί τις έζησε με την καρδιά του. Άλλος λόγος δεν υπάρχει. Είναι που δεν διαλύσαμε εκείνες τις στιγμές στην παράλογη  λογική μας και τις ζήσαμε εκεί που μόνο μπορούν να σου δώσουν ότι έχουν, στην καρδιά. Δε σβήνει η ανάμνηση που μισοκοιμισμένος από το καράβι χτυπούσα με την αδερφή μου την τσίγκινη πορτα της γιαγιας και αυτή μας άνοιγε, έκλαιγε και τα χέρια μας φιλούσε. Δεν σβήνει αυτή η γεύση από εκείνο το κοτόζουμο που μας έβαζε σε κούπα του καφέ, να δυναμώσουμε, να μας καλοδεχτεί.  Το κουζινάκι με το μαρμάρινο νεροχύτη, μια κατάμαυρη κατσαρόλα απάνω στη φωτιά που έβγαζε γεύσεις που οι πιο ακριβοπληρωμένοι μάγειρες ακόμη δεν κατάφεραν να πετύχουν. Το σαλονάκι που κοιμόμασταν έξι και εφτά ανθρώποι, τα ντιβάνια και αυτή η τηλεόραση η μικρή που πιο πολύ έμοιαζε με ραδιόφωνο. Οι ώρες που παίζαμε κουτσό, κρυφτό, κι ας ήμουν πάντα ο πιο μικρός και ενώ οι άλλοι έτρεχαν και σκαρφάλωναν εγώ πιο πολύ του κοιτούσα και τους θαύμαζα. Κι όταν νύχτωνε, έξω από την πόρτα του σπιτιού γιατί μέσα δεν χωρούσαμε, όλη η γειτονιά να κάθεται στα σκαλοπάτια και στις καρέκλες της γιαγιάς, να λένε τις ίδιες ιστορίες, να πειράζονται και να γελούν. Θα είμασταν τώρα άλλοι άνθρωποι, δεν θα είμασταν εμείς, αν δεν είχαμε ζήσει τότε εκείνες τις στιγμές να ξέρουμε πως είναι. Θα νομίζαμε πως ευτυχία είναι τα λεφτά και καλοπέραση οι ανέσεις. Πάλι καλά, σωθήκαμε.

Παρατηρώ τώρα τα παιδιά που δεν θέλουν να πάνε στο χωριό, δεν έχει wi fi η γιαγιά, ούτε τηλεόραση μεγάλη. Όταν τελειώσουν το δημοτικό και πιάσουν στα χέρια τους το κινητό τηλέφωνο δεν υπάρχει πια παιχνίδι. Κάθε φορά που περνάω από τις μπασκέτες της συνοικίας μου, τις κοιτάζω με θλίψη να είναι άδειες. Γιατί δεν παίζουν τα παιδιά; Αρρώστησαν; Εμείς και άρρωστοι βγαίναμε έξω να παίξουμε. Πως να αλλάξει αυτή η κατάσταση δεν ξέρω. Διάβασα κάτι πρόσφατα από μια φίλη που έλεγε: «Να είχαμε πάλι μια εφηβεία! Από εκείνες τις καλές, τις παλιές. Χωρίς ίντερνετ και κινητά». Να είχαμε πάλι την γιαγιά και τον παππού να πούμε μια κουβέντα, να φαίνεται ασήμαντη και να είναι πιο ακριβή από όλες. Να κοιτάξουμε πάλι  μέσα στα υγρά τους μάτια, καθρέφτη μιας ψυχής χιλιοσκαμμένης, και να κοιτάξουν κι αυτοί τα παιδικά μας μάτια που βιάζονται να μεγαλώσουν. Να περάσουμε τα χέρια πίσω από την πλάτη τους,  μέχρι να φτάσουν τον ώμο τους και να τους πάρουμε αγκαλιά, να τους δώσουμε ένα φιλί στα μαλλιά σαν να είναι εκείνοι τα παιδιά. Να ήτανε, να ήτανε, μα δεν γυρίζει ο χρόνος πίσω. Να μπορούσα να γράψω ένα ποίημα αντάξιο των στιγμών που έζησα και ζήσατε κι εσείς, μα είναι φτωχές οι λέξεις, μουτζουρώνω τα χαρτιά και τα πετάω. Περπατώ μέσα στην ζωή, θυμάμαι, νιώθω και μόνο έναν τρόπο βρίσκω να κρατήσω κοντά μου εκείνους τους αγαπημένους ανθρώπους, να γίνω σαν κι αυτούς.

Εκατό βιβλία να γράψω για το ίδιο θέμα, να λέω και να ξαναλέω, τους στίχους αυτού του τραγουδιού δεν φτάνω.

Με αυτό το άρθρο σας αποχαιρετώ για αυτό το καλοκαίρι, θα είμαστε πάλι μαζί από φθινόπωρο.