Λευκό χαρτί, με περιμένει να χαϊδέψω το μελάνι πάνω του. Όπως μουτζουρώνουν τα μικρά παιδιά που μαθαίνουν τα δάχτυλα τους, μουτζουρώνω κι εγώ μαθαίνοντας την ψυχή μου.

 

Σαν ψυχολόγος, μια κόλλα χαρτί με καθίζει στον καναπέ και μου λέει «Εμπιστεύσου με».  «Τι σε προβληματίζει»; Χωρίς διαδικασίες, χωρίς τεχνική, σχεδόν ξεδιάντροπα ξεβράζει τα σωθικά μου πάνω της. «Δικός μου ο θησαυρός»; «Δικός σου». «Και το σκουπιδαριό»; «Δικό σου κι αυτό».

Χάθηκε στη μοιρασιά να γεννιόμουν ποιητής, να έλεγε το ραβασάκι στιχουργός; Γεννάω λόγια και τα δανείζω του καιρού, τα εγκαταλείπω να ξεφτίσουν ολομόναχα, δίχως παρηγοριά μια μουσική, μια φωνή περαστική.

 

Παρακολουθώ το χαρτί με αγωνία. Χασμουριούνται οι λέξεις και τεντώνουν τα γράμματα τους. Ξύπνησε και τις καλεί ο Αλησμόνητος, ο Αληθινός, ο Δαιμόνιος εαυτός. «Δεν είσαι εσύ, εγώ είμαι εδώ» μου λέει και με προστάζει να του κάνω χώρο. «Εσένα σε έφτιαξε η αποτρόπαια ματιά του ανθρώπου, εγώ χτίστηκα από το ίδιο υλικό με τα άστρα τα ολόλαμπρα».

 

Παραδίνομαι. Στην χαραυγή του νου μου του σοφού ξεχνιέμαι. Αφήνομαι στην δίνη της επιστροφής, να στροβιλιστώ και να πετάξω. Έχω φτερά θαρρώ!

Κι είδα από ψηλά την φωτεινή πλευρά του θαύματος.

 

Χτυπώ στου στροβίλου τους συννεφιασμένους τοίχους και σωριάζομαι στο χώμα. Ποτίζω τη γη με το ηρωικό μου αίμα κι εκείνη βγάζει ανθούς κι αγκάθια. Πως έζησα θαρρώ!

Κι είδα από χαμηλά την σκοτεινή πλευρά του θαύματος.

 

Στο ψεύτικο όνειρο χρώματα και μυρουδιές με γελάνε, πως είμαι ακόμα ζωντανός και καταχράζομαι μιας ζωής το νήμα.  Μόνο ένα με ξυπνάει και με κοιμίζει, το νήμα να κάνω πλεκτό! Γιατί; Για ποιον; Θυσία σε έναν άγνωστο Έρωτα.