Ένας χείμαρρος μέσα μου με πνίγει. Τα χέρια μου κουνώ να μην τα σπάσει η δύναμη που με συνθλίβει. Τα πόδια μου τρέχω για να ξεφύγω από τον εαυτό μου. Τι ειρωνεία, σαν σκιά του το κορμί μου τον ακολουθεί. Το στόμα μου ανοίγω να βγάλω φωνή.Τι να το κάνω να ακουστεί το δίκιο μου σε ένα ξεπουλημένο δικαστήριο, απλά κουράστηκα να ακούω.

Τα μάτια μου ανοίγουν, πάλι αναστήθηκα από έναν μικρό θάνατο. Ή μήπως πάλι ξύπνησα ξανά μέσα στο ίδιο όνειρο; Μάταια φαίνονται και τα δύο παραμύθια. Φάλτσες οι μουσικές, άνοστες οι γεύσεις, κρύα τα φιλιά. Σκλήρυνα πολύ κι ο πόνος πολύ λίγος για να με ρίξει κάτω, να δω τον κόσμο από διαφορετική γωνία.

Λίγο αλκοόλ κι ένα τσιγάρο θα βοηθούσε τώρα να απολογηθώ στην επόμενη γενιά με τα συμπεράσματα μου. Να γεννιέσαι κάθε σήμερα, να πεθαίνεις κάθε αύριο. Κανένας ήλιος δεν έφερε το αύριο, πάντα το σήμερα φέρνει. Κανένα  φεγγάρι δεν σκέπασε το χθες, όλα το σήμερα καληνυχτίζουν.

Κάποτε δεν εμπιστευόμουν την ζωή, θύμωνα του καιρού, του Θεού και όλων των γνωστών και άγνωστων θηρίων. Τώρα στο δρόμο μου βρίσκω προβλήματα και τα μαζεύω σε ένα σάκο κόκκινο σαν του Αγιο-Βασίλη. Όταν πεθάνω να τα πετάξω στου Χάρου τα πόδια και να του πω «άργησες μαλάκα μου, και με άφησες να μαζέψω ένα τσουβάλι δώρα».

Μέχρι τότε γιατί ζω; Για έναν έρωτα. Χωρίς αύριο, δίχως ελπίδα. Για μια ιδέα που θα με διαλύσει μέσα της. Θα με σκορπίσει στις εφτά θάλασσες,  θα με κάνει βροχή στον ουρανό και θα με γειώσει πάλι. Που θα μου δώσει κέρινα φτερά υπό έναν όρο, να πετάξω ως τον ήλιο.

Δεν θα ρωτήσω το δρόμο και ας ξέρει να μου απαντήσει. Δεν θα ρωτήσω αν λιώσουν τα φτερά μου, αν νικήσουμε ή αν νικηθούμε. Δεν θα κοιτάξω πίσω, δεν θα σχεδιάσω το μετά. Δεν θα προσπαθήσω να κάνω λιανά το τώρα για να το χωρέσει η λογική μου.

Θα κλείσω τα μάτια και θα πηδήξω στο κενό. Κι όταν μια μέρα τελειώσει η πτήση μου και γκρεμοτσακιστώ στον πάτο του γκρεμού, θα συρθώ και θα ξεκινήσω πάλι από εκεί που που πρωτοκοίταξα τον ουρανό. Δεν θα πω πως ήταν όνειρο. Θα πω πως ήταν η μόνη αλήθεια, πως όλη την υπόλοιπη ζωή μου ονειρεύτηκα. Θα πω πως ψεύτικα ήταν όλα αυτά, μόνο αυτά, που δεν κατάφεραν να αγγίξουν την ψυχή μου.

Και μετά θα σου γράψω πάλι.