Χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό για να ανατραφεί ένα παιδί.

Αφρικανική παροιμία  

 

Κοιτάζω εκείνο το παιδί, είναι τόσο όμορφο, σαν κάθε παιδί. Αναρωτιέμαι από που πηγάζει αυτή η ωραιότητα  και τι απογίνεται σαν μεγαλώνεις αφού τίποτα δεν χάνεται και τίποτα από το μηδέν δε γεννιέται. Τι βάρος σηκώνουν τούτα τα παιδιά από τη μέρα που γεννιούνται! Να κρατήσουν σε ισορροπία έναν κόσμο που σαν μπεκρής παραπατάει και βολοδέρνει! Στην ασχήμια όλης της κοινωνίας να αντιπαραθέσουν τις πιο αθώες ματιές. Στα άγχη μας να βάλουν απέναντι τα όνειρα τους, στην καθώς πρέπει απάνθρωπη ηθική μας, έχουν το θάρρος να μας να κοιτάξουν στα μάτια και να μας ρωτήσουν «γιατί»; Στην πονηριά του κόσμου να δώσουν δανεικά τα αγαπημένα τους παιχνίδια. Τι δανεικά; Αγύριστα αλλιώς δε βγαίνει στην παλάντζα. Τις καταθλίψεις μας έχουν την δύναμη να σπάσουν με τα πιο ανόητα χαχανητά, τους τσακωμούς μας με τις πιο ζεστές αγκαλιές. Πως τα καταφέρνουν δεν έχω το νου να το κατανοήσω, με παρέσυραν φαίνεται τα τόσα ηλιοβασιλέματα που είδα, δύω κι εγώ. Ασήμαντη παρατήρηση μπροστά στο γεγονός πως ο ζυγός βρίσκει πάντα τον τρόπο να ισορροπεί, αρκετό για να νοιώσει κανείς ευγνωμοσύνη.

  Χθες στήσανε οι μεγάλοι ένα παιδί στον τοίχο και το κρίνανε. Είπε πως είμαστε όλοι ίσοι, πως είναι το ίδιο πράγμα να είσαι Έλληνας, Αμερικανός, Τούρκος ή Σύριος. Λέγανε μετά οι ενήλικες… Τι λέγανε! Ήρθαν εκείνοι από την άκρη του γκρεμού και το απείλησαν πως θα το ρίξουν στον Καιάδα. Και η σταύρωση είναι μια λύσις για τους νεαρούς επαναστάτες, αλλά εμπεριέχει και τους γνωστούς ιστορικούς κινδύνους. Ήρθαν κάποιοι από την απέναντι άκρη και το έκαναν σημαία τους για μια ημέρα και το έδειξαν καμαρωτά παντού. Ιδού η ελπίς! Θάνατος στο παλιό! Ιδού η γενιά που θα γκρεμίσει τα σύνορα και τις φυλακές για τους πολλούς και θα φτιάξει μία ατομική για τον καθένα μας. Θα φτιάξει τις νέας τεχνολογίας δικτατορίες. Νομίζω τους δεύτερους φοβήθηκε περισσότερο.
  Δεν σκέφτηκε κανείς πως είναι ένα παιδί που έχει μια πρώιμη σκέψη για αυτό τον κόσμο. Πως να μάθει τι σημαίνει ελληνική γλώσσα αφού κανείς δεν το δίδαξε; Πως να νιώσει υπερήφανο για έναν τόπο που δεν το μάθαμε να τον αγαπάει; Πως να καταλάβει πόσο σημαντικά είναι τα άυλα όταν ακούει μόνο συζητήσεις σχετικές με τα χρήματα, με την ύλη; Εγώ έφτασα τριάντα για να πάρω μόλις μια ιδέα, για αυτό είναι τόσο νωρίς που μπορεί το ίδιο παιδί να γίνει χειρότερο από τον Χίτλερ ή  καλύτερο από την Μητέρα Τερέζα. Δεν σκέφτηκε κανείς να κρίνει τον εαυτό του πρώτα και να αναρωτηθεί αν είναι άξιος να κρίνει τον οποιοδήποτε. Δεν μπορώ να εξηγήσω από που πηγάζει η ολοένα αυξανόμενη αυτοπεποίθηση του ηλίθιου να κρίνει οποιονδήποτε και οτιδήποτε. Πιθανότατα από την ασφάλεια που του δίνει η απόσταση μεταξύ των επικοινωνούντων που χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής δικτύωσης. Δεν σκέφτηκε κανείς απλά να ακούσει το παιδί τι έχει να πει. Εμείς παραδοθήκαμε στην πρώτη δύσκολη στιγμή, πέσαμε αμαχητί. Τι μας κάνει να πιστεύουμε πως είμαστε ανώτεροι από το παιδί; Εμείς μεγαλώσαμε και αντί να πάρουμε στα χέρια μας την τύχη του κόσμου, θεωρήσαμε άτυχους τους εαυτούς μας που γεννηθήκαμε (σε αυτή την εποχή ή γενικότερα). Δεν βρήκαμε την θέση μας σε αυτόν τον κόσμο κι ίσως στα 40 μας και στα 50 μας ακόμα δεν έχουμε γνώση ούτε του εαυτού μας.
 Χαϊδεύω μια οθόνη, νοίκιασα για εκατό ώρες το σώμα μου και την ψυχή μου για να την αγοράσω, και κοιτάζω τις αναρτήσεις, τις σκέψεις των ανθρώπων. Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται εκείνο το παιδί που βλέπει τους ενήλικες, αυτούς που είναι υπεύθυνοι για τον κόσμο του και του απαγορεύουν τι να κάνει ή του υπαγορεύουν τι να κάνει, να φωτογραφίζουν τους κώλους τους, τα βυζιά τους και τα μούσκουλα τους κάθε ήμερα. Ζούμε τον παραλογισμό μια μάνα να ντρέπεται να ταΐσει το παιδί της σε μια πλατεία, αλλά η μίμηση του πορνό να είναι αντικείμενο θαυμασμού.  Τι σκέφτονται όταν ανεβάζουμε αυτές τις εξυπναδούλες και μοιάζουμε με τον μαγκάκο στο τελευταίο θρανίο μιας τάξης τρίτης Δημοτικού; Τι να σκέφτονται όταν διαβάζουν τους χυδαίους τσακωμούς μας, για τς πολιτικές μας πεποιθήσεις, για την διαφορετικότητα, για τον θεό, για τον Παναθηναϊκό, για τις φωτιές, για τον καιρό, για τα κανάλια, άλλα και για κάθε αφόδευση της φοράδας στο αλώνι μας. Μου απαντάει μια φωνή, «να μάθουν τα παιδιά να λένε ελεύθερα την άποψη τους, να μάχονται ενάντια σε αυτούς που θέλουν το κακό της ανθρωπότητας»… Ηρέμησε επαναστάτη των τεσσάρων τοίχων, Κολοκοτρώνη των likes και Μαντέλα των αδικημένων από τον αλγόριθμο του facebook αναρτήσεων. Θέλουμε ειλικρινά τα παιδιά να πάρουν παράδειγμα από εμάς; Ταυτόχρονα θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο γιατί είναι χάλια,το σύστημα επειδή είναι σάπιο. Όμως ανεξάρτητα από το πόσο ανώριμοι παραμείναμε, εμείς είμαστε πλέον ο κόσμος, εμείς είμαστε το σύστημα! Αυτά τα παιδιά δύο δρόμους έχουν. Τα πιο αδύναμα, που κατά παράδοση είναι περισσότερα, να ακολουθήσουν το παράδειγμα μας και να συνεχίσουν την πορεία που έχουν χαράξει κάποιοι άλλοι για εμάς και τους επόμενους. Τα πιο δυνατά παιδιά έχουν την επιλογή να μας θεωρήσουν ανίκανους, ολότρελους, να μας αποκηρύξουν ως επιεικώς άχρηστους και να δημιουργήσουν έναν δικό τους κώδικα ηθικής και αξιών, έναν κόσμο να ζουν που τα ληξιαρχεία του δεν θα γράφουν τα ονόματα μας. Αν είχα μια προτροπή και μια ευχή, θα ήταν να σώσουμε τα παιδιά από τους εαυτούς μας.
Ίσως υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις σε αυτόν τον πληθυσμό από όμοιους. Πολίτες που καίει μέσα τους η φωτιά του ανθρώπου, χαμένοι σε μια βοή από άναρθρες κραυγές και μάταιες επιδιώξεις, η φωνή τους κρυστάλλινη πασχίζει να ακουστεί. Αγωνίζονται να επιβιώσουν, να προσφέρουν, να παραμείνουν αυτούσιοι και ταυτόχρονα να είναι άξιοι φύλακες στις Θερμοπύλες των πανανθρώπινων άξιων. Για ποιον όλα αυτά; Για ποιον να γίνεις θυσία σε αυτόν τον αχάριστο και φλύαρο κόσμο; Μου θυμίζουν έναν γερο που θα είχε ζήσει πάνω κάτω ογδόντα καλοκαίρια και άλλους τόσους χειμώνες και πήγαινε και φύτευε ελιές σε ένα ακαλλιέργητο κομμάτι γης. «Για ποιον τις φυτεύεις μπάρμπα τις ελιές», τον κορόιδευαν καθώς περνούσε από το καφενείο, «μέχρι να κάνουν λάδι θα έχεις πεθάνει»! «Εγώ θα έχω πεθάνει άλλα μη φοβάσαι, δε ξεμένει η γη από ζωντανούς που τρώνε λάδι», απαντούσε. Κρατάτε λοιπόν εσείς οι σοφοί αγωνιστές το λίγο φως που απέμεινε και ας μη προλάβουμε να ζήσουμε μια υπερήφανη ημέρα. Δάδα με τη δάδα να φτάσουμε σε άγνωστο προορισμό κι ίσως εκεί βρεθούμε όλοι μαζί, κατάκοποι λαμπαδηδρόμοι μιας Ολυμπιάδας που δεν είδαμε ποτέ.
.
Δεν θα μπορούσε για το θέμα που έθιξα να μου έρθει καλύτερο κείμενο από τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου που έρχονται κάθε φορά στα αυτιά μου με την φωνή του Παύλου Σιδηρόπουλου:
.
Κάποτε θα `ρθουν να σου πουν
πως σε πιστεύουν, σ’ αγαπούν
και πώς σε θένεΈχε το νου σου στο παιδί,
κλείσε την πόρτα με κλειδί
ψέματα λένεΚάποτε θα `ρθουν γνωστικοί,
λογάδες και γραμματικοί
για να σε πείσουν

Έχε το νου σου στο παιδί
κλείσε την πόρτα με κλειδί,
θα σε πουλήσουν

Και όταν θα `ρθουν οι καιροί
που θα `χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα

Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα