Ξέρω ανθρώπους που ξενυχτάνε τα βράδια για να γράψουν. Περιμένουν να κυλήσουν οι ώρες, πλανήτες και αστέρια να σβαρνιστούν και αυτά στα ουράνια, να σχηματίσουν τρίγωνα, τετράγωνα και να δώσουν το πανάρχαιο σύνθημα στην έμπνευση να ενσαρκωθεί. Κλείνουν τα φώτα, η πόλη κοιμάται κι εκείνοι μένουν μόνοι με ένα λευκό χαρτί στα χέρια που μοιάζει με αγέννητο παιδί. Θεοί και δαίμονες στο ίδιο κορμί, σαμάνοι. Ξεκινούν ιεροτελεστία, τελετουργικό μυστήριο και μυστικό, να φυσήξουν ζωή στο νεκρό να αναστηθεί. Φύλακες και άγρυπνοι φρουροί των ψυχών που ταξιδεύουν με το πλοίο του Μορφέα. Οι ξενύχτες τριγυρνούν από μπαράκι σε μπαράκι και ξελιγώνουν τα πάθη του σώματος με τραγούδι, με λάδι, με ρίγανη και με σκληρό αλκοόλ. Εκείνοι ταξιδιώτες ακούνητοι, σιωπηλοί, ξορκίζουν τις ψυχές που πλαντούν, να βγουν από το σκοτεινό χωμάτινο καβούκι τους για να αντικρίσουν το λευκό του Ήλιου. Κοιμίζουν τα παιδιά τους, τη γυναίκα τους και λες μαζί κοιμίζουν και τον εαυτό τους, πατέρα και σύζυγο. Ξεφορτώνουν τις αλυσίδες τους στο κρεββάτι και σηκώνουν τον άλλο τους εαυτό, τάχα ελεύθερο, να επαναστατήσει, να μουτζουρώσει τα χαρτιά. Μη θαρρείς πως είναι ποιήματα, πως είναι λέξεις όμορφα βαλμένες με αρμονία, πως είναι στίχοι, έργα θεατρικά ή βιβλία ολάκερα. Σχέδιο απόδρασης είναι. Με λαγούμια, σήραγγες κρυφές κάτω από τα φαινόμενα της γης, με κάγκελα που λυγάνε μονάχα με τη δύναμη του μυαλού, με σκουριασμένα αντικλείδια, με φύλακες που πρέπει να θυσιαστούν. Με συγκρατούμενους φτωχοδιαβόλους, άλλους συνένοχους και άλλους αθώους, πρέπει να διαλέξεις κάθε βράδυ ποιον θα πάρεις μαζί και ποιον θα αφήσεις πίσω. Τι απόφαση σκληρή, να σε πάρουν τα δάκρυα, να ουρλιάξεις «Δεν κρίνω. Δε μπορώ! Πιο εύκολο να κάνω τούτη τη φυλακή ζωή μου και τάφο μου παντοτινό».

Αυτό είναι το γραπτό τους. Μόλις τελειώσει το θάβουν σε ένα βιβλίο και ξεγελούν τον εαυτό τους. Μια μέρα θα αποδράσω λένε, φοράνε πάλι τις αλυσίδες τους και πέφτουν να κοιμίσουν τους λογισμούς τους, αύριο είναι μια δύσκολη μέρα. Πρέπει δούλος να γίνω ξανά. Δούλος του Θεού βαφτίστηκα, πως να λευτερωθώ έτσι, ανάθεμα σε όποιον έφτιαξε τους απάνθρωπους κανόνες! Κείνος σε βλέπει παντού όπου να πας, σε κοιτάζει με εκείνες τις αγριοματάρες του ότι κι αν κάνεις. «Άνθρωπος είμαι» φωνάζεις με τρόμο ιερό «Συ με έφτιαξες καταραμένο! Τι όλο θέλεις και ζητάς, αχόρταγε»! Η συμφωνία με το διάβολο σπάει καμιά φορά, κάνει το θαύμα αυτός που έχει τα ζάρια και φέρνει εφτάρες. Δικό του είναι το παιχνίδι, ότι θέλει κάνει. Μα αν είναι να κάνεις συμφωνία με το Θεό, χειρότερη σκλαβιά δεν έχει. Για τούτο είναι οι πιο πολλοί καλλιτέχνες άθεοι. Θέλει η τέχνη ανάστημα, όχι σκυφτό κεφάλι και νου κακόμοιρο. Θέλει τρέλα! Την τρέλα που έχει η κατακόκκινη τουλίπα και φυτρώνει καταμεσής στην άσφαλτο. Εδώ γουστάρω λέει, θαυμάστε με μέχρι να με σκοτώσετε. Θέλει ελευθερία στο πνεύμα, σου μιλώ, αλήθεια θέλει τρέλα! Και ο Θεός δεν την εγκρίνει. Δεν την εγκρίνεις; Δε σε εγκρίνω κι εγώ του λόγου μου! Γράψε Α Θ Ε Ο Σ στην ταυτότητα. Κι αν χρειαστώ θεό, θα πω πως εγώ είμαι. Εγώ αρχιτέκτονας του σύμπαντος, εγώ ο τοποτηρητής, εγώ ο εργάτης, εγώ, εγώ, εγώ! Εγώ θα φέρω το φως στη ζωή μου και στις ζωές όλων των ανθρώπων που κρατάς σκλαβωμένους, εγώ σαν άλλος Μωυσής θα τους οδηγήσω στην γη της νέας Επαγγελίας, εκεί που όλα επιτρέπονται. Ότι θέλω μπορώ να κάνω αρκεί να το πιστέψω, όλα στο μυαλό μου είναι, όλα στο σχέδιο του Μεγαλειώδους Εγώ!

Οι ξενύχτες αυτοί που ξέρω είναι άγιοι και κολασμένοι μαζί. Τους καταδικάζουν οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς εις θάνατο, όχι δια λιθοβολισμού, όχι με σταύρωση, αλλά με τρόπο που θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο ανώμαλοι βασανιστές του Χίτλερ. Θα ακολουθείς, λένε, το γράμμα του νόμου που εμείς φτιάξαμε για εσένα. Ένα σύγκρυο διαπερνά το κορμί τους και είναι σαν ρεύμα εναλλασσόμενο. Με λυπήθηκε η φύση να πεθάνω πριν ζήσω έτσι; Μα όχι, κανείς δεν θα σε λυπηθεί, ούτε η ίδια η μάνα σου η Φύση. Θα ζήσεις έτσι αν το διαλέξεις. Αν πεις όχι στους Πιλάτους, τρέξε! Κρύψου! Δεν θα σταθείς ποτέ ξανά σε κλαρί χλωρό. Μια ξηρασιά θα είναι η ζωή σου στον κόσμο της ύλης. Θα σε χλευάζουν κάθε μέρα οι φίλοι, οι γνωστοί και οι άγνωστοι, αν τολμήσεις να βγεις στο φως της ημέρας. Κρύψου! Μη μιλάς! Αρνήσου τον εαυτό σου όσα κοκόρια κι αν διαλαλήσουν το ξημέρωμα. Παγίδα είναι, μην πιαστείς! Οι συγγενείς θα αλλάξουν το όνομα σου, να μη μολύνει το χλωριούχο σπιτικό τους. Θα είσαι της οικογένειας το μαύρο πρόβατο και μην πιστέψεις Άσωτε πως αν μια μέρα θα γυρίσεις, στο γλέντι θα θυσιάσουν τον μόσχο τον σιτευτό. Το δικό σου το κουφάρι θα περιμένουν για να γλεντήσουν. Πως δεν κατάλαβες ότι εσύ είσαι η θυσία που προστάζουν οι Θεοί τους; Θα είσαι οσιομάρτυρας αν στα τέρατα της ηθικής ξεφουρνίσεις ξεδιάντροπα μια μέρα την αλήθεια. Θα είσαι ένας Άγιος που γεννήθηκε και αντρειώθηκε στην κόλαση και αλίμονο, αλίμονο αν δεν πιστεύεις στη μετά θάνατο ζωή. Θα έχεις τότε υποχρέωση να αφιερώσεις όλη την τρέλα σου, όλη τη δύναμη που ξερνάει το μέσα σου σαν λάβα, για ένα σκοπό μονάχα, να φτιάξεις μιαν όαση στην έρημο να ξεδιψάνε οι ερημίτες σαν κι εσένα.